δείδω
δείδω, δέδοικα/δέδια, (perfects with present meaning) fear
- in Prose the shorter forms are generally preferred:—fear, distd. from φοβέομαι (v. δέος): Construct.:
- 1 abs., Hom., etc.
- 2 folld. by a Prep., δ. περί τινι to be alarmed, anxious about . ., Il. 17.242, 5.566, etc.; ἀμφί τινι A. Pr. 184 (lyr.); τῆς τυραννίδος πέρι E. Supp. 446; ὑπέρ τινος Th. 1.74; δ. ἐκ τῶν ὕπνων Plb. 5.52.13; θορύβῳ Plu. Dem. 9.
- 3 folld. by a relat. clause, mostly with μή . ., and folld. by subj., Il. 1.555, etc.; rarely by indic., δείδω μὴ . . νημερτέα εἶπεν Od. 5.300; ὃν δέδοικʼ ἐγὼ μή μοι βεβήκη S. Ph. 493, cf. OT 767, Th. 6.88; δέδοιχʼ ὅπως μὴ . . ἀναρρήξει κακά, = δέδοικα μή . ., S. OT 1074, cf. D. 8.53, 9.75, Ar. Eq. 112; μὴ δείσῃς ποθʼ ὡς . . ὄψεται S. El. 1309; δ. μὴ οὐ, folld. by subj., δέδιμεν μὴ οὐ βέβαιοι ἦτε Th. 3.57, cf. Hdt. 7.163, X. Mem. 2.3.10, E. Andr. 626, etc.; also δ. ὅπως λάθω E. IT 995; μὴ δείσητε ὡς οὐχ ἡδέως καθευδήσετε X. Cyr. 6.2.30.
- 4 c. inf., fear to do, δεῖσαν δʼ ὑποδέχθαι Il. 7.93, Th. 1.136: c. acc. et inf., δ. νέμεσιν ἔσεσθαι Od. 22.40; θανεῖν σε δείσας E. Ion 1564: c. inf. Pass., οὐκ ἐδεδίεσαν βασανισθῆναι Lys. 13.27.
- 5 c. acc., fear, dread, Δία Od. 14.389; σημάντορας ib. 4.431, etc.; τὸ σὸν πρόσωπον S. OT 448; τοὺς γονέας Pl. R. 562e; coupled with φοβοῦμαι, τοὺς Ἀθηναίους ἡγούμενοι ἅπερ ἐδεδίεσαν φοβεῖσθαι Th. 4.117; οὐδὲ δέδοικα οὐδὲ φοβοῦμαι τὸν μέλλοντα ἀγῶνα D. 21.200, cf. Isoc. 12.48, Pl. Euthphr. 12b, 12c.
- 6 part. pf., τὸ δεδιός oneʼs fearing, much like δέος, Th. 1.36.
- 7 flee from, c. acc. (by assimilation to φοβήσομαι), Il. 22.251.
I intr.
1 tener miedo, esp. part. lleno de temor, atemorizado
Θέτις δ' ὑπεδέξατο κόλπῳ δειδιότα
Tetis lo acogió lleno de temor en su senoπάντες ... δειδιότες
δμώων ... δεδιότων
ἰχθύες ... δειδιότες
πλῆθος δεδιός
τὴν ψυχὴν αἰδουμένην τε καὶ δεδιυῖαν ἕπεσθαι
δεδοικότες υἱοί
οἱ πάροντες, καίπερ δεδιότες
οἱ δεδιότες
los medrosos
• part. neutr. subst. τὸ δεδιός temor, miedo
γνώτω τὸ μὲν δεδιὸς αὐτοῦ ... τοὺς ἐναντίους μᾶλλον φοβῆσον
sepa que su propio miedo infundirá más temor a los adversarios
• c. ac. de rel. o dat.
φρένα ναῦται δειδιότες
φρενὶ δειδιόωσα
• gener. temer, tener miedo
δέδοικ' ἔγωγε
ἵν' φυλάττωνται καὶ δεδίωσιν
μὴ δέδιθι
ἂν γλαῦξ ἀνακράγῃ, δεδοίκαμεν
• tb. en fut.
οὐ μὰν δείσουσι λιλαιόμενοι ... χάρμης
2 tener miedo, temer, estar preocupado por
a) c. περί o ὑπέρ y dat. o gen.
ἔδεισεν δὲ περὶ ... Μενελάῳ
περὶ σφετέροισι τέκεσσι δειδιότες
δείσαντα περὶ τῇ στρατιῇ
δείσασ' ᾧ περὶ παιδί
δεδοικὼς τῆς τυραννίδος πέρι
temiendo por su propio poderἐδείσατε ὑπὲρ ὑμῶν
b) c. dat. de causa tener miedo por, de
τῷ θορύβῳ
• c. giro prep.
δέδια δ' ἀμφὶ σαῖς τύχαις
διὰ τὴν τῶν προσιόντων ἔφοδον
3 en aor. asustarse
ἔδεισεν δ' ὁ γέρων
ὑπὸ τρόμος εἷλεν Ἀχαιοὺς ... δείσαντας
δεῖσε δ' ὅ γ' ἐν θυμῷ
ἡμεῖς δὲ δείσαντες ἀπεσσύμεθ' ἐς μυχὸν ἄντρου
δείσας οἴχετο φεύγων
αἱ νύμφαι ἔδδεισαν
μὴ τὼ μὲν δείσαντε ματήσετον
no sea que espantándose se desboquen los dosὁ λέων δείσας ὥρμησε φεύγειν
II tr.
1 en perf. temer a, en aor. frec. asustarse de
a) c. ac. de animados: hombres y dioses
τὸν μὲν ἐγὼ δείδοικα
αἴ κέν πως ἐμέ τε δείσῃ
Ἀχιλῆα ... ἐδείδιμεν
Δία ξένιον δείσας
ἔδδεισε ... παῖδα
οὔτε θεοὺς δείσαντες
(Νέμεσις) ἣν πάντες δεδίασι
οὐκ ἔδεισά κω ἄνδρας τοιούτους
δέδοικ' ἐμαυτόν
τοὺς φιλεῖν ... βουλομένους δεδοίκατε
βαρβάρους δὲ οὓς νῦν ἀπειρίᾳ δέδιτε
δεδίασιν αὐτόν
ἐδεδίεσαν τὴν στρατιάν
δεδιέναι τοὺς γονέας
κἀκείνους ... οὐκ ἐδεδίεις
ὁ ... δοῦλος σ' ἐδεδοίκει
δεδοικὼς τὸν κύριον
οἱ τὰς ἐκ τῶν διδασκάλων πληγὰς ... δεδιότες
• de anim.
δεδιὼς τὰς παραπετομένας μυίας
θῆρας ἐδείδιε
b) c. ac. de abstr. asimilados a la pers. o anim.
ἄλλος κέν τις ... δείσειε νόημα
Ζηνὸς ... μῆνιν
τὴν ὄψιν
τὸ σὸν ... πρόσωπον
ὄνομα
τὸ θηλυκόν
οὐ χέρα δείδιμεν ἄλλην θηλυτέρην
τὰς φύσεις ὑμῶν
ταύρων ... μένος
ὄγκον ἀπειλῆς
ἀκοήν
κίνδυνον
c) de la muerte, el más allá
θάνατον
Τάρταρον
τὴν ἀλληλοφαγίην
αἰῶνα
τὸ μέλλον
ἅσσα σὺ μὴ δείδιχθι
d) de abstr. gener.
δεδοικὼς μηδέν
δέδια τόδε
ἕν σου δέδοικα
πάντα
φόβους
παράδοξον λόγον
τὸν μέλλοντ' ἀγῶνα
ἡ φιλοσοφία τὸ πρᾶγμα οὐκ ἔδεισεν
e) circunstancias fís., meteorológicas
ὄμβρου κτύπον
ἄμπελε, ... δείδιας ἑσπέριον Πλειάδα δυομέναν;
προχοάς
ὄφεων ... ἰούς
ὄμβριον ἠχώ
f) c. doble ac. de pers. y de abstr. o cosa temer a ... por
μήτε σύ γ' Ἄρηα τό γε δείδιθι
μήτε θεῶν τό γε δείδιθι μήτε τιν' ἀνδρῶν
μηδέν με δείσῃς
2 c. complet. temer que en perf. y fut., en aor. frec. asustarse de que
a) c. inf.
δεῖσαν δ' ὑποδέχθαι
δείσεσθαι Δαναῶν καταδῦναι ὅμιλον
δείσαντες ... νέμεσιν ... ἔσεσθαι
θανεῖν σε δείσας
δεδιέναι ... ἔχειν αὐτόν
οὐκ ἐδέδισαν βασανισθῆναι
δέδιεν ἐπὶ τὰ πράγματα ὁρμᾶν
b) c. subord. c. μή temer que y subj., de aor.
δείδοικα ... μή οἱ ἀπειλὰς ἐκτελέσωσι θεοί
δείδω μὴ οὔ τίς τοι ὑπόσχηται τόδε ἔργον
δείδοικα ... μή σε παρείπῃ ... Θέτις
δείσας μὴ τέξῃ κρατερώτερον ἄλλο κεραυνοῦ
δέδοικα δὲ μὴ τέκῃ ἄνδρα
οὐ γὰρ ἔδεισά κω μὴ ἑσσωθέωμεν
pues nunca he temido que podamos ser derrotadosδείσας μὴ ἀναστάτους ποιήσῃ τὰς Σάρδις
δέδι' ... μὴ ... πολεμεῖν ἀναγκασθῶμεν
ἐδεδίειν μὴ πα[ραχρ]ῆμα ἀπόλωμαι
δείδια ... μή μοι ἀνακλέψῃς κίθαριν
δεδοίκαμεν μὴ λάθωμεν
• de pres.
δείδω μή με ... φέρῃ
ἐδέδισαν μή ποτε αὖθις ξυμφορά τις ... περιτύχῃ
μὴ αὐτὸν ... τύπτῃ δεδιώς
δέδοικα μὴ ... ἐν Αἰγυπτίοις ᾖ
• subj. de perf.
δέδοικ' ἐγὼ μή μοι βεβήκῃ
• c. opt. aor.
δείδιε γὰρ μὴ λαιμὸν ἀπαμήσειε σιδήρῳ
δείσας μή πώς οἱ ἐρυσαίατο νεκρὸν Ἀχαιοί
δείσαντες μὴ τόξον ... ἐντανύσειεν
ἐδεδοίκεσαν μὴ ... χειμὼν τὴν φυλακὴν ἐπιλάβοι
•Formado sobre un ant. perf. δε-δϜοι-α, plu. δείδιμεν; cf., c. otras formaciones, arm. (aor.) erkeay ‘temer’, av. dvaeθā ‘amenaza’, toc. AB wī- ‘espantar’. En último término, de *du̯ei- < *du̯e-Hi̯3- ‘dos’ (cf. δύο), siendo la idea de ‘división’ análoga a la de ‘duda’.
sich fürchten, besorgen, vgl. φοβέομαι ; absolut z.B. Od. 14.60 ἡ γὰρ δμώων δίκη ἐστὶν αἰεὶ δειδιότων, ὅτʼ ἐπικρατέωσιν ἄνακτες οἱ νέοι ; gew. folgt μή, Il. 22.455 ; Soph. Ant. 1100 ; Her. 4.97 ; Thuc. 2.76 u. sonst ; ὅπως μή Soph. O.R. 1074 ; Ar. Eq. 112 ; Dem. 8.53 ; vgl. τὴν θεὸν ὅπως λάθω, δέδοικα Eur. I.T. 995. Seltener c. inf, sich scheuen, Bedenken tragen, Il. 7.93 ; Thuc. 1.136 ; Eur. Ion 1564 ; Plat. Crat. 407b. – Auch περὶ ἑωυτοῦ, μή –, Her. 3.30 ; vgl. Plat. Prot. 320a ; Thuc. 7.74 ; ὅσσον ἐμῇ κεφαλῇ περὶ δείδια, μή τι πάθῃσιν Il. 17.242, var. lect. πέρι δείδια, s. Scholl., Bekker περιδείδια ; Il. 10.240 ἔδδεισεν δὲ περὶ ξανθῷ Μενελάῳ ; περὶ τοῖς Ἕλλησιν, μή Her. 7.163 ; ἀμφί τινι, Aesch. Prom. 182, besorgt sein ; ὑπέρ τινος Thuc. 1.75 ; ἐκ τῶν ὕπνων, in Folge eines Traumes, Pol. 5.52 ; τῷ θορύβῳ, durch den Lärmen erschreckt werden, Plut. Dem. 9 ; – c. acc., fürchten, scheuen, von Hom. an häufig ; τοὺς θεούς, fromme Ehrfurcht haben ; Od. 14.389 Δία ξένιον δείσας ; accus. u. accus. c. infin. neben einander Od. 22.39 οὔτε θεοὺς δείσαντες, οἳ οὐρανὸν εὐρὺν ἔχουσιν, οὔτε τινʼ ἀνθρώπων νέμεσιν κατόπισθεν ἔσεσθαι ; mit doppeltem accusat. Il. 5.827 μήτε σύ γʼ Ἄρηα τό γε δείδιθι μήτε τινʼ ἄλλον | ἀθανάτων· τοίη τοι ἐγὼν ἐπιτάρροθός εἰμι ; vgl. Il. 14.312 Ἥρη, μήτε θεῶν τό γε δείδιθι μήτε τινʼ ἀνδρῶν | ὄψεσθαι ; vgl. Eur. Ion 1564 ; σημάντορας Il. 4.431 ; μήτε αἰσχύνεσθαι μήτε δεδιέναι τοὺς γονέας Plat. Rep. VIII.562e ; vgl. Hom. Od. 7.305 ἀλλʼ ἐγὼ οὐκ ἔθελον δείσας αἰσχυνόμενός τε, μή πως καὶ σοὶ θυμὸς ἐπισκύσσαιτο ἰδόντι ; von αἰδέομαι unterschieden Euth. 12b ; vgl. jedoch Phaedr. 254e ; – τὸ δεδιός, Furchtsamkeit, Thuc. 1.36.
See δείδοικα
- 1fear “ὑπερφιάλου ἁγεμόνος δείσαντες ὕβριν” P. 4.112 εὐθὺς δʼ ἀπανάνατο νύμφαν ξεινίου πατρὸς χόλον δείσαις (sc. Πηλεύς) N. 5.34 ἄπιστά μοι δέδοικα κα[ Πα. 7B. 45.
- 1to fear, absol., Hom., etc.; foll. by a prep., δ. περί τινι to be alarmed, anxious about . ., Il., Attic; ἀμφί τινι, περί τινος, ὑπέρ τινος Il.:—followed by a relat. clause with μή . ., Lat. vereor ne . ., I fear it is . ., followed by subj.; rarely by ind., δείδω μὴ νημερτέα εἶπεν Od.; δ. μὴ οὐ . ., Lat. vereor ut . ., I fear it is not . ., foll. by subj., Hdt., etc.
- 2c. inf. to fear to do, Il., Thuc.
- 3c. acc. to fear, dread, Hom., etc.
- 4τὸ δεδιός, oneʼs fearing, = δέος, Thuc.
-
…οὐκ ἐνταῦθα ἔδειξαν, αὐτοί τε τὰ βέλτιστα λέγοντες καὶ τοὺς ἐξαμαρτάνοντας ἀποτρέποντες ; ἴσως δʼ ἂν ἔχοι εἰπεῖν ὅτι ἐδεδοίκει, καὶ ὑμῶν τοῦτο ἐνίοις ἱκανὸν ἔσται. ὅπως τοίνυν μὴ φανήσεται ἐν τῷ λόγῳ τοῖς τριάκοντα ἐναντιούμενος · εἰ…
Lysias, Speeches
-
…μοι καὶ ἀπόκριναι, ὅ τι ἄν σε ἐρωτῶ. ἀπήγαγες Πολέμαρχον ἢ οὔ ; τὰ ὑπὸ τῶν ἀρχόντων προσταχθέντα δεδιὼς ἐποίουν. ἦσθα δʼ ἐν τῷ βουλευτηρίῳ, ὅτε οἱ λόγοι ἐγίγνοντο περὶ ἡμῶν ; ἦ. πότερον συνηγόρευες τοῖς…
Lysias, Speeches
-
…ἡσυχίαν ἦγεν, ἀλλὰ συστρέψας ἑαυτὸν ὥσπερ θηρίον ἧκεν ἐφʼ ἡμᾶς ὡς διαρπασόμενος. καὶ ἐγώ τε καὶ ὁ Πολέμαρχος δείσαντες διεπτοήθημεν · ὁ δʼ εἰς τὸ μέσον φθεγξάμενος, τίς, ἔφη, ὑμᾶς πάλαι φλυαρία ἔχει, ὦ Σώκρατες…
Plato, Republic
-
…ὅτʼ οὖν ἁθροισθεῖεν, ἠδίκουν ἀλλήλους ἅτε οὐκ ἔχοντες τὴν πολιτικὴν τέχνην, ὥστε πάλιν σκεδαννύμενοι διεφθείροντο. Ζεὺς οὖν δείσας περὶ τῷ γένει ἡμῶν μὴ ἀπόλοιτο πᾶν, Ἑρμῆν πέμπει ἄγοντα εἰς ἀνθρώπους αἰδῶ τε καὶ δίκην, ἵνʼ εἶεν…
Plato, Protagoras
-
…μηδὲ ἄκοντά τινα ἐξαπατῆσαι ἢ ψεύσασθαι, μηδʼ αὖ ὀφείλοντα ἢ θεῷ θυσίας τινὰς ἢ ἀνθρώπῳ χρήματα ἔπειτα ἐκεῖσε ἀπιέναι δεδιότα, μέγα μέρος εἰς τοῦτο ἡ τῶν χρημάτων κτῆσις συμβάλλεται. ἔχει δὲ καὶ ἄλλας χρείας πολλάς · ἀλλὰ ἕν…
Plato, Republic
-
…ἐμαυτόν γε ἀδικήσειν καὶ κατʼ ἐμαυτοῦ ἐρεῖν αὐτὸς ὡς ἄξιός εἰμί του κακοῦ καὶ τιμήσεσθαι τοιούτου τινὸς ἐμαυτῷ. τί δείσας ; ἦ μὴ πάθω τοῦτο οὗ Μέλητός μοι τιμᾶται, ὅ φημι οὐκ εἰδέναι οὔτʼ εἰ ἀγαθὸν οὔτʼ εἰ κακόν…
Plato, Apology
-
…ἐγράψατο, οὔτε ἐκβάλλειν ἐκ τῆς πόλεως ἐπεχείρησεν, οὔτε ἰδίας δίκας ἐδικάζετο, οὔτε συνῄδει κακὸν οὐδὲν ὃ ἐγὼ δεδιὼς μή τις πύθηται ἐπεθύμουν αὐτὸν ἀπολέσαι, οὔτε εἰ ταῦτα διαπραξαίμην, ἤλπιζόν ποθεν χρήματα λήψεσθαι · ἔνιοι γὰρ τοιούτων…
Lysias, Speeches
-
…καὶ ἐνταῦθα κἀκείνῳ καὶ ἄλλοις πολλοῖς ἀπηχθόμην. μετὰ ταῦτʼ οὖν ἤδη ἐφεξῆς ᾖα, αἰσθανόμενος μὲν καὶ λυπούμενος καὶ δεδιὼς ὅτι ἀπηχθανόμην, ὅμως δὲ ἀναγκαῖον ἐδόκει εἶναι τὸ τοῦ θεοῦ περὶ πλείστου ποιεῖσθαι ἰτέον οὖν, σκοποῦντι τὸν χρησμὸν…
Plato, Apology
-
…οὐκ οἶδεν. οἶδε μὲν γὰρ οὐδεὶς τὸν θάνατον οὐδʼ εἰ τυγχάνει τῷ ἀνθρώπῳ πάντων μέγιστον ὂν τῶν ἀγαθῶν, δεδίασι δʼ ὡς εὖ εἰδότες ὅτι μέγιστον τῶν κακῶν ἐστι. καίτοι πῶς οὐκ ἀμαθία ἐστὶν αὕτη ἡ ἐπονείδιστος, ἡ…
Plato, Apology
-
…, μεθʼ Ἕκτορα πότμος ἑτοῖμος ὁ δὲ τοῦτο ἀκούσας τοῦ μὲν θανάτου καὶ τοῦ κινδύνου ὠλιγώρησε, πολὺ δὲ μᾶλλον δείσας τὸ ζῆν κακὸς ὢν καὶ τοῖς φίλοις μὴ τιμωρεῖν, αὐτίκα, φησί, τεθναίην, δίκην ἐπιθεὶς τῷ ἀδικοῦντι…
Plato, Apology