δειελινός
δειελινός, at evening
δειελινός, ή, όν,
- = δείελος, at evening, Theoc. 13.33; δειελινὴν τὴν δʼ εἷλε κακὸς χλόος Call. Aet. 3.1.12 [Fr. 75.12 Pf.].
vespertino, del atardecer
δειελινὸν κλίνοντος ὑπὸ ζόφον ἠελίοιο
• frec. predic. al atardecer
δαῖτα πένοντο δειελινοί
δειελινὴν τὴν δ' εἷλε κακὸς χλόος
σκύλαξ ... δ. ... ἀνεκλίνθη
• neutr. como adv. por la tarde
δ. ὡς κατέδαρθον
δειελινός, ή, όν. c. le suiv. Thcr. Idyl. 13, 33.
δειελινός, = δείελος, Theocr. 13.33, f. δειλινός.
δειελινός
= δείελος
- at evening, Theocr.