δεινολογέω
manifestarse vehementemente indignado
δεινολογοῦντος Κέλσου
• tb. en v. med.
ὁ δὲ ἀρνέεται ... καὶ δεινολογέεται
μᾶλλόν τι δεινολογεῖται τῷ ἐλεύθερος εἶναι
• c. πρός y ac. de pers. indignarse contra
δεινολογεόμενοι πρὸς ἑωυτοὺς καὶ τοὺς πλησιάζοντας
ἐδεινολογεῖτο πρὸς αὐτούς