διαστομωτρίς
διαστομ-ωτρίς (with or without μήλη), εως, ἡ,
- = διαστολεύς I, Hp. ap. Gal. 19.122,92.
medic. dilatador
μήλη δ.
διαστομωτρίς, ίδος (ἡ) sorte de sonde de chirurgien, Gal. 2, 97b.
διαστομωτρίς, μήλη, ἡ, = διαστολεύς, Galen.