διαστόλιον
διαστόλ-ιον, τό,
- = διαστολεύς I, Hippiatr. 16.
cirug. dilatador, separador
διαστόλιον, ου (τὸ) c. διαστολεύς, Hippiatr. p. 63.
διαστόλιον, τό, = διαστολεύς, Sp. Med.
cirug. dilatador, separador