διαστρεβλόω
διαστρεβλόω, strengthd. for στρεβλόω, Aeschin. 3.224.
1 torturar
τὸν αὐτὸν ἄνδρα
2 c. pron. refl. retorcerse, contorsionarse
ἄλλης (γυναικός) κατ' ἄλλο τι σχῆμα ὀρχηστικὸν ἑαυτὴν διαστρεβλούσης
δια·στρεβλόω-ῶ (2 sg. ao. διεστρέβλωσας) torturer, Eschn. 85, 38.
διαστρεβλόω, verstärktes στρεβλόω, Aesch. 3.224.
διαστρεβλόω
strengthd. for στρεβλόω Aeschin.