δικαϊκός
δικαϊκός, inclined to justice
δῐκαϊκός, ή, όν,
- inclined to justice, διάθεσις M.Ant. 5.34.
δικαϊκός, ή, όν [δῐ] M. Ant. 5, 34 (cf. 9, 22, dout.) c. δίκαιος.
δικαϊκός, (Eust. δικαιϊκός), = δίκαιος, M.Anton. 5.34.