δικαιοκρισία
δικαιοκρισία, righteous judgment
- righteous judgement, Ep.Rom. 2.5, Heph.Astr. 3.34, POxy. 71i 4 (iv A. D.).
juicio justo
τῶν καλῶν
τοῦ θεοῦ
op. ἀδικοκρισία
• frec. en pap. en peticiones a altos cargos, esp. al prefecto juicio recto, ponderado, sentido de la justicia formando parte de elogios formulares
τῆς εἰς πάντας ἀνθρώπους φθανούσης δικαιοκρισίας, ἐπιτρόπων μέγιστε
τῇ σῇ δικαιοκρισίᾳ, δέσποτα ἡγεμών, θαρρῶν
τὴν ἱκετηρίαν προσάγω εὔελπις ὢν τῆς ἀπὸ τοῦ σοῦ μεγέθους δικαιοκρισίας τυχεῖν
ἡ τῆς ὑμετέρας δικαιοκρισίας καθαρότης
- righteous judgment, NTest.