Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δισσοτόμος
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δισπόνδειος
δισπόνδιος
δισπορέω
δίσπορος
δισσάκις
δισσακιτετρόργυιος
δισσάρχαι
δισσάρχης
δισσάς
δισσαχῇ
δισσαχῆ
δισσαχοῦ
δισσαχῶς
δίσσευμα
δισσεύω
δισσηγορία
δισσόγλωσσος
δισσογλωττία
δισσογονέω
δισσογραφέομαι
δισσογραφία
δισσόκερας
δισσολογέω
δισσολογία
δισσολόγος
δισσοποιός
δισσόπους
δισσός
δισσοτόκος
δισσότοκος
δισσοτόμος
δισσοφυής
δισσόω
δισσυλλαβέω
δισσυλλαβία
δισσύλλαβος
δισσυλλάβως
δισσυμφωνέω
δισσύμφωνος
δισσῶς
Δίστα
δίσταγμα
δισταγμός
διστάδιος
διστάζω
δίσταθμος
διστακτικός
διστάξιμος
διστασία
διστασιάζω
διστάσιος
δίστασις
διστασμός
διστάτερον
δισταφής
διστεγής
διστεγία
δίστεγος
διστέλεχος
διστεφής
διστιχής
…
δισσοτόμος
Save
DGE
δισσοτόμος
-ον
que corta por los dos lados
γλωχίς
Nonn.
D
.17.165.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}