δισσύλλαβος Save DGE Bailly 2024 Pape δισσύλλαβος v. δισύλλαβος. δισ·σύλλαβος ou δι·σύλλαβος, ος, ον, dissyllabique, DH. Comp. 7, 62, 4 Reiske ; Luc. Gall. 29, Bis acc. 22 ; etc. Étym. δίς, συλλαβή. δισσύλλαβος, zweisilbig, Luc. Gall. 29 ; Gramm.