διώκτριος
1 perseguidor, acosador de pers.
τὰς διωκτρίας προπομποὺς εἰποῦσαι
ἁμαρτία
2 que pone en fuga, que ahuyenta
δ. πάσης ἀντικειμένης δυνάμεως
1 perseguidor, acosador de pers.
τὰς διωκτρίας προπομποὺς εἰποῦσαι
ἁμαρτία
2 que pone en fuga, que ahuyenta
δ. πάσης ἀντικειμένης δυνάμεως