διώθησις
διώθησις, thrusting
διώθ-ησις, εως, ἡ,
- thrusting, Hero Spir. 1.11.
presión
διὰ γὰρ τῆς διωθήσεως τὸ ΑΒΓΔ πλινθίον ἀνοίγεται
διώθησις, εως (ἡ) impulsion à travers, Héron Spir. 166, 7.
Étym. διωθέω.