δορατοφόρος
δορᾰτο-φόρος, ον,
- = δορυφόρος, Lyr.Adesp. 108, LXX 1 Ch. 12.24, Ascl. Tact. 1.3, etc.
que lleva lanza
Βρόμιε δορατοφόρ'
ref. a Ares(τὸ μὲν εἶδος ἱππικῆς) δορατοφόρον ... προσαγορεύεται
δορατο·φόρος, ος, ον [ᾰ] c. δορυφόρος, Poèt. (DH. Comp. 17) ; Arr. Tact. 4, 4 ; Spt. Par. 1, 12, 24.
δορατοφόρος, = δορυφόρος, Dion.Hal. C.V. p. 107.1 u. Sp., wie Arr.