δορατισμός
δορατισμός, a fighting with spears
δορᾰτ-ισμός, ὁ,
- fighting with spears, Plu. Pyrrh. 7, Tim. 28, cj. in Lib. Descr. 1.6.
ataque, lucha con lanzas
σιδηροῖς θώραξι καὶ χαλκοῖς κράνεσιν διεκρούοντο τὸν δορατισμόν
δορατισμός, οῦ (ὁ) [ᾰ] combat avec la lance, Plut. Tim. 28, Pyrrh. 7 ; Lib. 4, 1047.
Étym. *δορατίζομαι, de δόρυ.
δορατισμός, ὁ, der Speerkampf ; Plut. Timol. 28 ; Liban.
δορατισμός
δορᾰτισμός, ὁ,
- a fighting with spears, Plut.