δορικέντωρ Save DGE Pape δορικέντωρ -ορος que hiere con la lanza δορικέντορα ... αὐτὴν (Παλλάδα) προσαγορεύουσι Corn.ND 20. δορικέντωρ, ορος, s. δορυκέντωρ.