δρυμώδης
δρυμώδης, woody
δρῡμ-ώδης, ες,
- woody, τόποι D.S. 3.26, cf. Str. 8.3.25; λόφος Inscr.Prien. 42.46 (ii/i B. C.).
boscoso
λόφος
τόποι
δρυμώδης, ης, ες [ῡ] boisé, DS. 3, 25 ; Str. 130.
Étym. δρυμός, -ωδης.
δρυμώδης, [ῡ], ες, waldig, DS. 3.25.