εἴκασις Save DGE Pape εἴκασις -εως, ἡ vana ilusión τὴν εἴκασιν τοῦ Ἀδὰμ μεμφόμενος (ὁ Θεός) Ath.Al.M.28.737A. εἴκασις, ἡ, = εἰκασία, Archil. 18, l.d.