εἰκόνη Save DGE εἰκόνη -ης, ἡ • Grafía: graf. ἰκ- PMil.Vogl.150.11 (II d.C.) estatua τῇ ἀν]αθέσι τῆς ἰκόνης PMil.Vogl.l.c., cf. 151.9 (II d.C.).