εἰκονίδιον
εἰκον-ίδιον, τό,
- Dim. of εἰκών Ι.1, POxy. 1449.8 (iii A. D.).
estatuilla
εἰ. ... τῆς μορφῆς Ἀλεξάνδρου
εἰ. μικρὸν ἐπιτιθέντα τῇ γαστρὶ δι' ὅλης τῆς νυκτός
• retrato, imagen prob. pintada sobre un clípeo POxy.1449.42, 58 (III d.C.) (cf. BL 9.186, SEG 43.1319).