εἰκονογραφία
εἰκονογραφία, sketch, description
εἰκονο-γρᾰφία, ἡ,
- sketch, description, Str. 15.1.69.
1 imagen, estatua
ἐν ... ταῖς ... ἁγίαις εἰκονογραφίαις προσκυνοῦσιν αὐτόν (τὸν Θεόν)
2 ret. descripción
τὴν δὲ λοιπὴν εἰκονογραφίαν παρ' ἐκείνου ληπτέον
ὅταν κατὰ τὴν ἀπόδοσιν τῆς μορφῆς ὁμοιώσεως ἐφάπτηται
εἰκονογραφία, ας (ἡ) [ᾰφ] peinture ou dessin de portraits, image, Str. 718.
Étym. εἰκονογράφος.
εἰκονογραφία, ἡ, Abbildung, Darstellung, Strab. XV p. 718.