εἰνάλιος
εἰνάλιος, η, ον, poet. for ἐνάλιος.
εἰνάλιος, v. ἐνάλιος.
εἰνάλιος, p. = ἐνάλιος ; κῆτος Od. 4.443 ; εἰναλίη κήξ, κορῶναι, 5.67, 15.478 ; εἰναλία Ἐλευσίς Pind. Ol. 9.106 ; Theocr. 21.39 u. a. D.
εἰνάλιος
-η, -ον
[εἰν-, ἐν- 1 + ἅλς1.]
Inhabiting the sea: κήτεϊ Od. 4.443. Cf. Od. 5.67, Od. 15.479.
εἰνάλιος v. ἐννάλιος.
εἰνάλιος (ἅλς): in or of the sea, sea-. (Od.)
εἰνάλιος, α, ον
poet. for ἐνάλιος.