εἴνατος
εἴνατος, v. ἔνατος.
εἴνατος, p. = ἔννατος, Il. 2.295.
εἴνατος
[prob. for ἔνϝατος fr. ἐννέα.]
= ἔνατος.
The ninth: ἐνιαυτός Il. 2.295, εἰ. ἦλθεν (was the ninth to . . .) Il. 8.266.
εἴνατος (ἐννέα): ninth.
εἴνατος
εἴνᾰτος, η, ον
Ionic for ἔνατος,
- ninth, Il., Hdt.