εἰναέτις Save DGE Bailly 2024 Pape εἰναέτις v. 1 ἐνναέτις. εἰνα·έτις, ιδος [ᾰῐδ] fém. d’εἰναετής, Anth. 7, 643. εἰναέτις, ιδος, ἡ, neunjährig, Crinag. 49 (VII.643).