εἰνάκις
εἰνάκις, εἰνᾰκισχίλιοι, εἰνᾰκόσιοι, αι, α, v. ἐνάκις, etc.
εἰνάκις, v. ἐνάκις.
εἰνάκις, p. = ἐννάκις, neunmal, Od. 14.230.
εἰνάκις
[εἰνα-. See εἰνάετες.]
Nine times Od. 14.230.
εἰνάκις : nine times, Od. 14.230†.