εἵνεκα Save LSJ DGE Bailly 2024 Pape Cunliffe Homer Autenrieth Homer εἵνεκα, εἵνεκεν, v. ἕνεκα. εἵνεκα εἵνεκεν v. ἕνεκα. εἵνεκα, εἵνεκεν, v. ἕνεκα, etc. εἵνεκα, s. ἕνεκα. εἵνεκα See ἕνεκα. εἵνεκα = ἕνεκα.