εἰσαεί
εἰσαεί, for ever
εἰσᾰεί, for εἰς ἀεί,
- for ever, A. Pr. 732, S. Aj. 570; ἐσαιεί A. Eu. 836.
adv. para siempre, por siempre jamás
ἔσται δὲ θνητοῖς εἰ. λόγος μέγας τῆς σῆς πορείας
ὥς σφιν γένηται γηροβοσκὸς εἰ.
ἀποθάνω γ', ὃ μὴ γένοιτ', ἀλλ' εἰ. ζώιην
ἵνα ... ὑπάρχῃ δε καὶ τὰ ἐψ[ηφίσ]μένα διάμονα καὶ βέβαια εἰ.
• adnom. c. valor adj. eterno, imperecedero
ἡ εἰ. μνήμη
εἰσαεί
- for εἰς ἀεί for ever, Aesch., Soph.