εὐγήθητος
εὐγήθητος, joyous
εὐγήθ-ητος, Dor. εὐγάθ-, ον, = foreg., E. IT 212 (lyr.).
*εὐ·γήθητος, seul. dor. εὐ·γάθητος, ος, ον [ᾱ] c. le préc., Eur. I.T. 212.
εὐγήθητος, *εὐγήθητος nur in der dor. Form εὐγάθητος.
εὐγήθητος
= εὐγηθής, Eur.