εὔγνητος Save LSJ Bailly 2024 Pape εὔγνητος, ον, = εὐγενής, Philox. 1. εὔ·γνητος, ος, ον, c. εὐγενής, Philox. (Ath. 685d). εὔγνητος, = εὐγενής, Philox. Ath. XV.685d.