Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
εὐκραῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
εὐκόσμητος
εὐκοσμία
εὐκοσμίως
εὔκοσμος
εὐκόσμως
εὔκουρος
εὐκόχωνος
εὐκράγκη
εὐκράδαντος
εὐκραδής
εὐκραδίη
εὐκραδίως
εὐκραής
ἐϋκραής
εὐκραίρης
εὔκραιρος
ἐΰκραιρος
Εὐκράντη
εὐκράς
εὔκρας
εὐκρασία
Εὐκράτης
Εὐκρατίδης
εὐκρατόμελι
εὐκρατοποσία
εὔκρατος
Εὔκρατος
εὐκρατόω
εὐκρατῶς
εὐκράτως
εὐκραῶς
εὔκρεκτος
ἐϋκρήδεμνος
εὐκρήδεμνος
ἐΰκρημνος
εὔκρηνος
ἐΰκρηνος
ἐϋκρήπις
εὐκρηπίς
εὔκρητος
εὔκριθος
εὐκρίνεια
εὐκρινέω
εὐκρινέως
εὐκρινής
εὐκρίνητος
εὐκρινῶς
εὔκριτος
Εὔκριτος
ἐϋκρόκαλος
εὐκρόκαλος
εὐκρόταλος
εὐκρότητος
εὔκροτος
εὐκρότως
εὔκρυπτος
εὐκρυφής
εὐκτάζομαι
εὐκταῖος
εὐκτέανος
εὐκτέον
…
εὐκραῶς
Save
Bailly 2024
εὐκραῶς,
adv.
d’une manière tempérée,
Eum.
7,
p. 242
.
Étym.
εὐκραής
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}