εὐκρατοποσία
εὐκρατοποσία, drinking of εὔκρατον
εὐκρᾱτο-ποσία, ἡ,
- drinking of εὔκρατον, Alex.Trall. 5.5.
εὐκρατο·ποσία, ας (ἡ) [ρᾱ] usage de boissons tièdes, A. Tr. 7, 95, 292.
Étym. εὔκρατος, πότος.