εὐκραίρης Save LSJ Bailly 2024 Pape εὐκραίρης, ητος, ὁ, ἡ, = sq., Max. 84. εὐ·κραίρης, ητος (ὁ, ἡ) c. le suiv. Max. π. κατ. 84. εὐκραίρης, ητος, = εὔκραιρος, Maxim. cat. 84.