εὐρακύλων
εὐρακύλων, euroaquilo
εὐρακύλων, ωνος, ὁ,
- name of a north-east wind, = Lat. (Vulg.) euroaquilo, ἄνεμος τυφωνικὸς ὁ καλούμενος εὐ. Act.Ap. 27.14, with many vv. ll., including εὐροκλύδων.
εὐρακύλων, für *εὐροακύλων, Nordostwind, euroaquilo, vgl. εὐρυκλύδων.