εὐπυροφόρος Save LSJ Bailly 2024 Pape εὐπῡροφόρος, = foreg., Str. 5.4.2 (s. v.l.). εὐ·πυροφόρος, ος, ον [ῡ] fertile en blé, Str. 241. Étym. εὖ, π. εὐπυροφόρος, [ῡ], weizenreich, Strab. 5.4.2.