εὔρειθρος Save LSJ Bailly 2024 Pape εὔρειθρος, ον, = ἐϋρρεής, Man. 1.141. εὔ·ρειθρος, ος, ον, au beau cours, Man. 1, 141. Étym. εὖ, ῥεῖθρον. εὔρειθρος, schönflutend, ποταμός, Man. 1.141.