εὐπυνδάκωτος
εὐπυνδάκωτος, well-bottomed
εὐπυνδάκωτος [ᾰ], ον,
- well-bottomed, of a cup, Luc. Lex. 13.
εὐ·πυνδάκωτος, ος, ον [ᾰ] au fond solide, Luc. Lex. 13.
Étym. εὖ, πύνδαξ.
εὐπυνδάκωτος, mit gutem Boden, ποτήρια Luc. Lexiph. 13.