εὐστήρικτος
εὐστήρικτος, firm, fixed
εὐστήρικτος, ον,
- firm, fixed, Sch.rec. A. Th. 312.
εὐστήρικτος, wohl befestigt, Schol. Aesch. Spt. 297.
εὐστήρικτος, firm, fixed