εὐστόχημα
εὐστόχημα, lucky hit
εὐστόχ-ημα, ατος, τό,
- lucky hit, D.L. 5.34.
εὐστόχημα, ατος (τὸ) coup d’adresse, DL. 5, 34.
Étym. εὐστοχέω.
εὐστόχημα, τό, das glücklich Getroffene, DL. 5.34.
εὐστόχημα, lucky hit