Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
εὐχοποιέομαι
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
εὐχάριτος
εὐχάροπος
εὐχατῆσαι
εὐχείμερος
εὐχείμων
εὐχεῖον
εὔχειρ
εὐχειρία
εὔχειρος
εὐχείρωτος
εὐχέλαιον
εὐχέρεια
εὐχερής
εὐχερῶς
εὐχετάομαι
εὐχέτης
εὐχετίαζον
εὐχετιάζω
εὐχή
εὐχήμων
Εὐχήνωρ
Εὐχίδας
εὔχιλος
εὐχίμαρος
εὐχίον
εὔχλοος
εὔχλους
εὔχλωρος
εὐχολόγιον
εὔχομαι
εὐχοποιέομαι
εὔχορδος
εὔχορος
εὔχορτος
εὖχος
εὔχρεῳ
εὔχρεως
εὐχρηματέω
εὐχρηματία
εὐχρημάτιστος
εὐχρήματος
εὐχρημονέω
εὐχρηστέω
εὐχρήστημα
εὐχρηστία
εὔχρηστος
εὐχρηστότης
εὐχρηστόψυχος
εὐχρήστως
εὐχρόαστος
εὐχροέω
εὐχροής
ἐϋχροής
εὔχροια
εὔχροος
εὔχρους
εὔχρυσος
εὔχρωμος
εὔχρως
εὐχρωτέω
εὔχρωτος
…
εὐχοποιέομαι
Save
Pape
εὐχοποιέομαι
,
ein Gebet verrichten
, Strab., Conj.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}