εὐδαιμόνημα
εὐδαιμόνημα, piece of good luck
εὐδαιμόν-ημα, ατος, τό,
- piece of good luck, Luc. Im. 22, Stoic. 3.136 (pl.).
εὐδαιμόνημα, ατος (τὸ) succès, bonheur, Luc. Im. 22.
Étym. εὐδαιμονέω.
εὐδαιμόνημα, τό, Glückseligkeit, Luc. Imag. 22 u. a.Sp.