εὔμυθος
εὔμυθος, eloquent
εὔμῡθος, ον,
- eloquent, AP 4.3b.61 (= 4.3.107) (Agath.).
εὔ·μυθος, ος, ον [ῡ] éloquent, Anth. 4, 3, 107.
Étym. εὖ, μῦθος.
εὔμυθος, wohlredend, Καλλιοπείη Agath. prooem. (IV.3.107).
εὔμυθος
εὔ-μῡθος, ον
- eloquent, Anth.