εὐνατήρ Save LSJ Bailly 2024 Pape εὐν-ᾱτήρ, εὐν-άτειρα, εὐν-άτρια, εὐν-άτωρ, v. εὐνητ-. εὐνατήρ, v. εὐνητήρ. εὐνατήρ, [ᾱ], ῆρος, ὁ, Lagergenosse, Ehegatte, Aesch. Pers. 134.