About Report a problem

Menu

εὔμωλος

εὔμωλος, ον, (μῶλος)
  • = ἀγαθὸς πολεμιστής, εὔοπλος, Hsch. (-μολ-cod.): Sup. -ότατον, = ἁπαλόν, νεάτατον, Id.

Saved

Recent