εὐναιετάων
εὐναιετάων, well-situated
εὐναιετάων, ουσα, ον, gut zu bewohnen, Hom. πόλις, δόμοι, μέγαρα.
εὐναιετάων : see ναιετάω.
εὐναιετάων
ναιετάω
- well-situated, of cities and houses, Hom.:—so also εὐ-ναιόμενος, Il.