Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ζευκτήριον
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ζευγήσιον
ζευγῆτις
ζευγίζω
ζευγίον
ζευγίππης
ζευγίς
ζευγίσιον
ζευγίτης
ζευγῖτις
ζεῦγλα
ζεύγλα
ζεύγλη
ζεύγληθεν
ζεύγληφι
ζευγλόδεσμον
ζεῦγμα
ζευγματικόν
ζεύγνυμι
ζευγνύω
ζευγοποιία
ζευγοποιΐα
ζεῦγος
ζευγοτροφέω
ζευγοτρόφος
ζευγοφορέομαι
ζευγοφορέω
ζευγῶχος
ζεύκτειρα
ζευκτήρ
ζευκτηρία
ζευκτήριον
ζευκτήριος
ζευκτής
ζευκτικός
ζευκτός
ζεύμαν
ζευξίγαμος
Ζευξίδαμος
Ζευξίδας
Ζευξίδημος
Ζευξιδία
ζευξιδία
ζευξίλεως
Ζευξίππα
ζεύξιππος
Ζεύξιππος
ζεῦξις
Ζεῦξις
Ζευξώ
Ζεύς
ζεύσασθαι
ζέφος
ζεφυρήϊος
ζεφυρηΐς
Ζεφυρηῒς ἀκτή
Ζεφυρίη
ζεφυρίη
ζεφυρικός
Ζεφύριον
Ζεφύριος
ζεφύριος
…
ζευκτήριον
Save
Bailly 2024
ζευκτήριον,
ου
(
τὸ
)
joug,
Eschl.
Ag.
529
.
Étym.
neutre du suiv.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}