Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ζευκτηρία
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ζευγηλατρίς
ζευγήσιον
ζευγῆτις
ζευγίζω
ζευγίον
ζευγίππης
ζευγίς
ζευγίσιον
ζευγίτης
ζευγῖτις
ζεῦγλα
ζεύγλα
ζεύγλη
ζεύγληθεν
ζεύγληφι
ζευγλόδεσμον
ζεῦγμα
ζευγματικόν
ζεύγνυμι
ζευγνύω
ζευγοποιία
ζευγοποιΐα
ζεῦγος
ζευγοτροφέω
ζευγοτρόφος
ζευγοφορέομαι
ζευγοφορέω
ζευγῶχος
ζεύκτειρα
ζευκτήρ
ζευκτηρία
ζευκτήριον
ζευκτήριος
ζευκτής
ζευκτικός
ζευκτός
ζεύμαν
ζευξίγαμος
Ζευξίδαμος
Ζευξίδας
Ζευξίδημος
Ζευξιδία
ζευξιδία
ζευξίλεως
Ζευξίππα
ζεύξιππος
Ζεύξιππος
ζεῦξις
Ζεῦξις
Ζευξώ
Ζεύς
ζεύσασθαι
ζέφος
ζεφυρήϊος
ζεφυρηΐς
Ζεφυρηῒς ἀκτή
Ζεφυρίη
ζεφυρίη
ζεφυρικός
Ζεφύριον
Ζεφύριος
…
ζευκτηρία
Save
Bailly 2024
ζευκτηρία,
ας
(
ἡ
)
lien, chaîne,
NT.
Ap.
27, 40
.
Étym.
fém. de
ζευκτήριος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}