θαητός
θᾱητός, ή, όν, Dor. for θηητός (q. v.).
θαητός, c. θηητός.
θαητός, [ᾱ], adj. verb. zu θαέομαι, dor. = θεατός, sehenswert, bewundernswert ; δόμος Pind. P. 7.12 ; δέμας N. 11.12 ; αἴγλη 1.35 ; μέγαρον Ol. 6.2 ; εἶδος P. 4.264 ; ἀγών Ol. 3.38 ; auch Theocr. 15.84.
θᾱητός (-ός, -όν; -άν; -όν, -οῖσι, -όν.)
- 1wonderful, bewondered θαητὸν ἀγῶνα O. 3.36 θαητὸν μέγαρον πάξομεν O. 6.2 θαητοῖσι γυίοις P. 4.80 αἰσχύνοι δέ οἱ θαητὸν εἶδος (of an oak) P. 4.264 οἳ τεὸν δόμον Πυθῶνι δίᾳ θαητὸν ἔτευξαν P. 7.12 ἐπεὶ θαητὸν εἶδος ἔπλετο of the daughter of Antaios P. 9.108 τὸν Ἱπποκλέαν ἔτι καὶ μᾶλλον σὺν ἀοιδαῖς θαητὸν ἐν ἅλιξι θησέμεν pr. P. 10.58 θαητὰν ἐς αἴγλαν παῖς Διὸς μόλεν N. 1.35 ἄνδρα δʼ ἐγὼ μακαρίζω μὲν καὶ τὸ θαητὸν δέμας N. 11.12 Ἀοσφόρος θαητὸς ὣς ἄστροις ἐν ἄλλοις I. 4.24