θαλάμευμα
θαλάμευμα, lair
θᾰλᾰμ-ευμα, ατος, τό,
- = θαλάμη, θάλαμος II, Κουρήτων E. Ba. 120 (lyr.), Supp.Epigr. 2.461 (pl., i B.C.).
θαλάμευμα, ατος (τὸ) [ᾰᾰμ] lieu d’habitation retiré ou obscur, Eur. Bacch. 120.
Étym. θαλαμεύω.
θαλάμευμα, τό, = θάλαμος, Wohnort, Behausung, κουρήτων Eur. Bacch. 120.
θαλάμευμα
θᾰλάμευμα, ατος, τό,
= θαλάμη, Eur.