θαυμάζω
θαυμάζω, θαυμάζω, wonder at, marvel at; admire
- 1 abs., wonder, marvel, Il. 24.394, Pl. Hp.Ma. 282e, etc.
- 2 c. acc., marvel at, Il. 24.631, etc.; πτόλεμόν τε μάχην τε 13.11; τύχη θαυμάσαι μὲν ἀξία S. OT 777, cf. OC 1152, El. 393:—Pass., ὡς τέρας θ. Hdt. 4.28; μὴ παρὼν -άζεται I wonder why he is not present, S. OT 289.
- b honour, admire, worship, once in Hom. (but cf. θαυμαίνω), οὔτε τι θαυμάζειν . . οὔτʼ ἀγάασθαι Od. 16.203; freq. later, as Hdt. 3.80, A. Th. 772 (lyr.), S. Aj. 1093, etc.; θ. τύμβον πατρός E. El. 519; μηδὲ τὸν πλοῦτον μηδὲ τὴν δόξαν τὴν τούτων θαυμάζετε, ἀλλʼ ὑμᾶς αὐτούς D. 21.210; μηδὲν θ., Lat. nil admirari, Plu. Aud. 2.44b; technically, of the attendance of small birds on the owl, Arist. HA 609a15; θ. πρόσωπον to show respect to a person, i.e. comply with their request, LXX Ge. 19.21; θ. τινά τινος for a thing, Th. 6.36; θ. τινὰ ἐπὶ σοφίᾳ Pl. Tht. 161c, X. Mem. 1.4.2; ἀπὸ τοῦ σώματος τὸν νεανίσκον Plu. Rom. 7:— Pass., to be admired, Hdt. 7.204; ὑπό τινος Id. 3.82; ἔν τινι Th. 2.39; τῶν προγεγενημένων μᾶλλον -θησόμεθα Isoc. 6.105; τοὺς ὁμοίως τεθαυμασμένους [ποιητάς] Phld. Po. 5.31; διά τι Isoc. 4.59: c. gen., τῆς ῥώμης Philostr. VA 7.42; χάρις δʼ ἀφʼ ἡμῶν ὀλομένων -άζεται A. Th. 703; τὰ εἰκότα θ. to receive proper marks of respect, Th. 1.38; θ. τινί Id. 7.63.
- c say with astonishment, ἵνα μηδεὶς . . εἶτα τότʼ οὐκ ἔλεγες ταῦτα . . ; θαυμάζῃ D. 19.25.
- 3 c. gen., wonder at, marvel at, τούτου (cj. for τοῦτο) Lys. 7.23: c. part., ὃ δʼ ἐθαύμασά σου λέγοντος Pl. Prt. 329c, cf. Cri. 50c; θ. τῶν προθέντων αὖθις λέγειν Th. 3.38; θ. τί τινος to wonder at a thing in a person, E. Hipp. 1041; ὃ θ. τοῦ ἑταίρου Pl. Tht. 161b, cf. R. 376a: c. dupl. gen., θ. τούτου τῆς διανοίας Lys. 3.44:—these phrases are used in Att. as a civil mode of expressing dissent.
- 4 rarely c. dat. rei, to wonder at, Th. 4.85.
- 5 folld. by Preps., τὰ -όμενα περί τινος Pl. Ti. 80c; θ. περί τινος τί τῇ τέχνῃ συμβάλλεται Sosip. 1.37; ἐπί σου θαυμάζω, πῶς δύνῃ . . Plb. 23.5.12; θαυμάσονται ἐπʼ αὐτῇ LXX Le. 26.32.
- 6 freq. folld. by an interrog. sentence, θαυμάζομεν οἷον ἐτύχθη Il. 2.320; θ. ὅστις ἔσται ὁ ἀντερῶν Th. 3.38; θαυμάζοντες τί ἔσοιτο ἡ πολιτεία X. HG 2.3.17; θ. ὡς οὔπω πάρεισιν Th. 1.90, cf. X. Cyr. 1.4.20, etc.; θ. ὅτι I wonder at the fact that . ., Pl. R. 489a; πολλάκις τεθαύμακα ὅπως . . Com.Adesp. 22.46D.; but more commonly, θ. εἰ . . I wonder if . ., as a more polite way of saying I wonder that . ., Hdt. 1.155, S. OC 1140, Pl. Phd. 97a; ἐὰν . . λέγω, μηδὲν θαυμάσῃς Id. Smp. 215a; ὃ καὶ θαυμάζω, εἰ . . D. 19.86; θαύμαζον ἀκούων, εἰ σὺ μὴ εἴης . ., Lat. mirum ni . ., Ar. Pax 1292 (hex.).—This construction is freq. combined with one or other of the foregoing.
- b c. acc., θαύμαζʼ Ἀχιλῆα, ὅσσος ἔην οἷός τε Il. 24.629; Τηλέμαχον θαύμαζον, ὃ θαρσαλέως ἀγόρευε they marvelled at Telemachus, that he spake so boldly, Od. 1.382; τὸ δὲ θαυμάζεσκον (Ion. impf.), ὡς . . 19.229; θ. σοῦ γλῶσσαν, ὡς θρασύστομος A. Ag. 1399, etc.: sts. without a connective, ἀλλὰ τὸ θαυμάζω· ἴδον . . Od. 4.655; σοῦ . . θαυμάσας ἔχω τόδε· χρῆν γὰρ . . S. Ph. 1362: sts. c. inf., θαυμάζομεν Ἕκτορα δῖον, αἰχμητὴν ἔμεναι Il. 5.601.
- c c. gen., θ. τινός, ἥντινα γνώμην ἔχων κτλ. Antipho 1.5; θ. τῶν . . ἐχόντων ὅπως οὐ λέγουσιν Isoc. 3.3; θ. αὐτοῦ τί τολμήσει λέγειν D. 24.66; θαυμάζω τινὸς ὅτι . . Isoc. 4.1; θ. τῶν δυναστευόντων εἰ ἡγοῦνται I wonder at men in power supposing, ib. 170; ὑμῶν θ. εἰ μὴ βοηθήσετε X. HG 2.3.53; also θ. αὐτοῦ . . τοῦτο, ὡς . . Pl. Phd. 89a.
- 7 c. acc. et inf., πενθεῖν οὔ σε θ. E. Med. 268, cf. Alc. 1130: after a gen., θαυμάζω δέ σου . . κυρεῖν λέγουσαν A. Ag. 1199.
1. zich verwonderen, zich verbazen:
2. bewonderen, vereren, respecteren, eer betuigen aan, met acc.:
[θαῦμα.]
3 pl. pa. iterative θαυμάζεσκον Od. 19.229.
3 sing. fut. in mid. form θαυμάσσεται Il. 18.467.
(ἀπο-.)
- 1
To wonder, marvel, to feel or be struck with wonder, astonishment or admiration: γυναῖκες ἱστάμεναι θαύμαζον Il. 18.496. Cf. Il. 24.394: θαύμαζεν ὁ γεραιός Od. 3.373. Cf. Od. 4.44, Od. 7.145, Od. 8.265, Od. 13.157, Od. 16.203.
With dependent clause: θαυμάζομεν οἷον ἐτύχθη Il. 2.320.
- 2
To wonder or marvel at, look upon with wonder or eager curiousity: πτόλεμόν τε μάχην τε Il. 13.11. Cf. Il. 10.12, Il. 18.467: λιμένας καὶ νῆας Od. 7.43. Cf. Od. 1.382 = Od. 18.411 = Od. 20.269, Od. 4.655, Od. 9.153, Od. 19.229, Od. 24.370.
With infin.: οἷον θαυμάζομεν
(impf.) Ἕκτορα αἰχμητὴν ἔμεναι (thinking that he was . . .) Il. 5.601.To look upon or behold (a person) with respectful wonder and admiration: Πρίαμος θαύμαζʼ Ἀχιλῆα Il. 24.629. Cf. Il. 24.631: Od. 8.459.
- 1
- a marvel (at) ἐμοὶ δὲ θαυμάσαι θεῶν τελεσάντων οὐδέν ποτε φαίνεται ἔμμεν ἄπιστον P. 10.48 c. acc., “θυμὸν γυναικὸς καὶ μεγάλαν δύνασιν θαύμασον, οἷον ἀταρβεῖ νεῖκος ἄγει κεφαλᾷ” P. 9.31
- b wonder ἀλλὰ θαυμάζω, τί με λέξοντι Ἰσθμοῦ δεσπόται fr. 122. 13.
Strong 2296
to marvel, wonder, wonder at: absol., Mt 8:10, 27 9:33 15:31 21:20 22:22 27:14, Mk 5:20 15:5, Lk 1:21 (R, txt.; ICC, in l., but v. infr.), Lk 1:63 8:25 11:14 24:41, Jo 5:20 7:15, Ac 2:7 4:13 13:41, Re 17:7, 8; c. acc pers., Lk 7:9; c. acc. rei, Lk 24:12 (WH, R, mg. om.), Jo 5:28, Ac 7:31; θαῦμα μέγα, Re 17:6; πρόσωπον (LXX for
- Ito wonder, marvel, be astonied, Il., etc.
- 2c. acc. to look on with wonder and amazement, to wonder at, marvel at, Hom., Hdt., Attic
- bto honour, admire, worship, Lat. admirari, observare, Od., Hdt., Attic:—θ. τινά τινος for a thing, Thuc.; ἐπί τινι Xen.
- 3c. gen. to wonder at, marvel at, Thuc., etc.; θ. σοῦ λέγοντος Plat.
- 4c. dat. rei, to wonder at, Thuc.
- 5c. acc. et inf., θ. σε πενθεῖν Eur.
- IIPass. to be looked at with wonder, Hdt.; θαυμάζεται μὴ παρών, i. e. I keep wondering that he is not present, Soph.
- 2to be admired, Hdt.; τὰ εἰκότα θ. to receive proper marks of respect, Thuc.
-
…τὴν ψυχὴν τὴν σαυτοῦ παρασχεῖν θεραπεῦσαι ἀνδρί, ὡς φῄς, σοφιστῇ · ὅτι δέ ποτε ὁ σοφιστής ἐστιν, θαυμάζοιμʼ ἂν εἰ οἶσθα. καίτοι εἰ τοῦτʼ ἀγνοεῖς, οὐδὲ ὅτῳ παραδίδως τὴν ψυχὴν οἶσθα, οὔτʼ εἰ ἀγαθῷ οὔτʼ…
Plato, Protagoras
-
…πολλαχοῦ, ὡς εὐθυνούσης τῆς δίκης, εὐθῦναι. τοσαύτης οὖν τῆς ἐπιμελείας οὔσης περὶ ἀρετῆς ἰδίᾳ καὶ δημοσίᾳ, θαυμάζεις, ὦ Σώκρατες, καὶ ἀπορεῖς εἰ διδακτόν ἐστιν ἀρετή ; ἀλλʼ οὐ χρὴ θαυμάζειν, ἀλλὰ πολὺ μᾶλλον εἰ…
Plato, Protagoras
-
…ποιεῖν ὅ τι ἂν βούλωνται, εἰ τοὺς μεγίστων κακῶν αἰτίους λαβόντες ἀφήσετε. ἀλλὰ καὶ τῶν συνερούντων αὐτοῖς ἄξιον θαυμάζειν, πότερον ὡς καλοὶ κἀγαθοὶ αἰτήσονται, τὴν αὑτῶν ἀρετὴν πλείονος ἀξίαν ἀποφαίνοντες τῆς ; τούτων ; πονηρίας · ἐβουλόμην…
Lysias, Speeches
-
…τι οὖν, ἔφη, καὶ σὺ οὕτω ποιήσεις · ὧν ἐγὼ ἀπεῖπον, τούτων τι ἀποκρινῇ ; οὐκ ἂν θαυμάσαιμι, ἦν δʼ ἐγώ · εἴ μοι σκεψαμένῳ οὕτω δόξειεν. τί οὖν, ἔφη, ἂν ἐγὼ δείξω ἑτέραν…
Plato, Republic
-
…ἀρετῆς ἰδίᾳ καὶ δημοσίᾳ, θαυμάζεις, ὦ Σώκρατες, καὶ ἀπορεῖς εἰ διδακτόν ἐστιν ἀρετή ; ἀλλʼ οὐ χρὴ θαυμάζειν, ἀλλὰ πολὺ μᾶλλον εἰ μὴ διδακτόν. διὰ τί οὖν τῶν ἀγαθῶν πατέρων πολλοὶ ὑεῖς φαῦλοι γίγνονται ; τοῦτο…
Plato, Protagoras
-
…ἀρετὴν φῂς διδακτὸν εἶναι, καὶ ἐγὼ εἴπερ ἄλλῳ τῳ ἀνθρώπων πειθοίμην ἄν, καὶ σοὶ πείθομαι · ὃ δʼ ἐθαύμασά σου λέγοντος, τοῦτό μοι ἐν τῇ ψυχῇ ἀποπλήρωσον. ἔλεγες γὰρ ὅτι ὁ Ζεὺς τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν αἰδῶ…
Plato, Protagoras
-
…, ὦ Σώκρατες, οὐδʼ ἂν αὐτὸς ἤθελον ἐν τοσαύτῃ τε ἀγρυπνίᾳ καὶ λύπῃ εἶναι, ἀλλὰ καὶ σοῦ πάλαι θαυμάζω αἰσθανόμενος ὡς ἡδέως καθεύδεις · καὶ ἐπίτηδές σε οὐκ ἤγειρον ἵνα ὡς ἥδιστα διάγῃς. καὶ πολλάκις μὲν δή σε…
Plato, Crito
-
…ἐπισταμένους ὅτι ὁ θάνατος κοινὸς καὶ τοῖς χειρίστοις καὶ τοῖς βελτίστοις ; οὔτε γὰρ τοὺς πονηροὺς ὑπερορᾷ οὔτε τοὺς ἀγαθοὺς θαυμάζει, ἀλλʼ ἴσον ἑαυτὸν παρέχει πᾶσιν. εἰ μὲν γὰρ οἷόν τε ἦν τοῖς τοὺς ἐν τῷ πολέμῳ κινδύνους διαφυγοῦσιν…
Lysias, Speeches
-
…αἷς ἂν ἡ πόλις δικάζῃ ; εἰ οὖν αὐτῶν θαυμάζοιμεν λεγόντων, ἴσως ἂν εἴποιεν ὅτι ὦ Σώκρατες, μὴ θαύμαζε τὰ λεγόμενα ἀλλʼ ἀποκρίνου, ἐπειδὴ καὶ εἴωθας χρῆσθαι τῷ ἐρωτᾶν τε καὶ ἀποκρίνεσθαι. φέρε γάρ, τί ἐγκαλῶν…
Plato, Crito
-
…κατεψηφίσασθε, ἄλλα τέ μοι πολλὰ συμβάλλεται, καὶ οὐκ ἀνέλπιστόν μοι γέγονεν τὸ γεγονὸς τοῦτο, ἀλλὰ πολὺ μᾶλλον θαυμάζω ἑκατέρων τῶν ψήφων τὸν γεγονότα ἀριθμόν. οὐ γὰρ ᾠόμην ἔγωγε οὕτω παρʼ ὀλίγον ἔσεσθαι ἀλλὰ παρὰ πολύ · νῦν…
Plato, Apology