θαυματολογία Save Bailly 2024 Pape θαυματο·λογία, ας (ἡ) [μᾰ] discours admirable, Syn. 44a. Étym. θαῦμα, -λογος de λέγω. θαυματολογία, ἡ, = τερατολογία, Synes.