θαυματόεις Save LSJ Bailly 2024 Pape θαυμᾰτ-όεις, εσσα, εν, = θαυμαστός, Man. 6.402. θαυματόεις, όεσσα, όεν [ᾰ] merveilleux, Man. 6, 402. Étym. θαῦμα. θαυματόεις, εσσα, εν, bewundernswürdig, Man. 6.402.